RSS

Παναΐτ Ιστράτι: Ο Γκόρκι των Βαλκανίων

18 Απρ.

Επιμέλεια Ηρακλής Κακαβάνης

Στις 10 Αυγούστου 1884 γεννήθηκε ο Παναΐτ Ιστράτι (Παναγής Βαλσάμης το πραγματικό του όνομα), ο επονομαζόμενος και Γκόργκι των Βαλκανίων, ελληνικής καταγωγής ρουμάνος συγγραφέας. Πέθανε στις 18/4/1935. Πολύ λίγα πράγματα ξέρουμε για το έργο αυτού του αυτοδίδακτου και ιδιόμορφου συγγραφέα, αν και σποραδικά κυκλοφορούν κάποια έργα του στην Ελλάδα. Μας τον υπενθύμισε η πρόσφατη κυκλοφορία του βιβλίο του «Τα γαϊδουράγκαθα του Μπάραγκαν» από τις εκδόσεις «Φαρφουλάς».

Το 1927 επισκέφτηκε για μερικούς μήνες την Σοβιετική Ένωση μαζί με τον Νίκο Καζαντζάκη. Το 1928, σε συγκέντρωση στο θέατρο Αλάμπρα της Αθήνας, Νίκος Καζαντζάκης και Παναΐτ Ιστράτι είχαν μιλήσει για τις κατακτήσεις της Σοβιετικής Ένωσης και τις σκευωρίες των ιμπεριαλιστών εναντίον της. Ως συνέπεια, η κυβέρνηση θα απελάσει τον Ιστράτι από την Ελλάδα και θα δικάσει τον Δημήτρη Γληνό μιας και την εκδήλωση είχε οργανώσει ο Εκπαιδευτικός Ομιλος. Λίγο μετά (1929) βέβαια ο Π. Ιστράτι στρλαφηκε ενάντια στη Σοβιετική Ενωση. Εξαιτίας της ιδεολογικής του μεταστροφής παραλληλίζεται και με τον Τζακ Λόντον.

Ελάχιστα είναι τα κριτικά σημειώματα για τον ίδιο και το έργο του. Μια αρκετά καλή παρουσίαση της ζωής και του έργου του κάνει ο Γιάννης Μαγκλής (μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και μεταφραστής) στην εισαγωγή του έργου του Π. Ιστράτι «Μπαρμπα Αγγελης» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πανεπιστημιακός Τύπος» (Δεν ξέρουμε το χρόνο κυκλοφορίας). Ο Γιάννης Μαγκλής έχει μεταφράσει άλλα δύο έργα του Π. Ιστράτι: «Κυρα-Κυραλίνα», «Κωνσταντής».

Ο λόγος στον Γιάννη Μαγκλή:

Σε κάποιο νοσοκομείο της Νίκαιας, πρώτες μέρες του Γενά­ρη του 1921, χαροπάλευε ένας νέος άνθρωπος, φυματικός από κάμποσα κιόλας χρόνια, και που τώρα απελπισμένος έκοψε το λαι­μό του με μια ξυριστική λεπίδα.

Απάνω του βρέθηκαν δυο επιστολές: η μια για την αστυνο­μία, ότι αυτοχτονεί, η άλλη προοριζότανε για το μεγάλο γάλλο συγγραφέα Ρομαίν Ρολλάν, «τον ψαρά ανθρώπων».

Αυτός ο νέος άνθρωπος λεγόταν Παναΐτ Ιστράτι.

Άγνωστος, αλήτης περιπλανόμενος από χώρα σε χώρα, που για να κερδίσει το ψωμί του Ικανέ τις πιο ταπεινές δουλειές.
Γράφει ο Ρομαίν Ρολλάν στον πρόλογο του πρώτου βιβλίου του Ιστράτι:

«Διάβασα την επιστολή του και θαμπώθηκα από τη μεγαλοφυΐα του. Κοφτερός αγέρας απάνου στον κάμπο. Ήταν η εξομο­λόγηση ενός καινούργιου Γκόρκυ των Βαλκανίων… Κατάφεραν να τονε σώσουν, θέλησα να τον γνωρίσω. Πιάσαμε αλληλογραφία. Γινήκαμε φίλοι…».

Ο Ιστράτι γεννήθηκε στη Βραΐλα της Ρουμανίας στα 1884. Πατέρας του ένας Ελληνας λαθρέμπορας, Κεφαλλονίτης, ο Γεράσιμος Βαλσαμής, που σπάνια και χωρίς αγάπη, τον αναφέρει στα βιβλία του. Μάνα του η Ζήτσα, η «Άγια Ζήτσα», που πάντα με πολλή αγάπη τρυφεράδα και σεβασμό την αναθυμάται.

Εφτά χρόνια έζησε η μάνα του με το Γεράσιμο Βαλσαμή, που τον αγάπησε, που την αγάπησε, μα που δε δέχτηκε να την παντρευτεί, γιατί ο άνθρωπος είχε αρχές! «Ήταν ενάντιος στο θεσμό του γάμου».

Μια των ήμερων ο πατέρας του εξαφανίστηκε από τη Βραΐλα, εγκαταλείποντας ερωμένη και παιδί. Η μάνα ανασκουμπώθηκε κι έκανε την πλύστρα στα λογής πλουσιόσπιτα της Βραΐλας. Επρεπε πια μόνη της να θρέψει τον εαυτό της και το μοναχοπαίδι της, τον Παναΐτ.

Η μάνα πρέπει ακόμη να ήταν όμορφη, έτσι την περιγράφει, λεπτή, μεγαλομάτα, που τραγούδαγε ωραία και χόρευε καλύτερα. Πολλοί άντρες την πεθύμαγαν και τη ζήτησαν σε γάμο, μα για χατίρι του παιδιού της που το λάτρευε – το παιδί του έρωτα – δε δέχτηκε ποτές να βάνει πατριό στο σπίτι της.

Ό Havah τέλειωσε το δημοτικό σχολείο, μά οτά δώδεκαρωτα — οι δέχτηκε ποτές ν* οανει πάτριο στο σπίτι ττ;ς.

Ο Παναΐτ τέλειωσε το δημοτικό σχολείο, μα στα δώδεκα χρόνια του ξύπνησε μέσα του ο δαίμονας του Κεφαλλονίτη πατέ­ρα του, του κοντραμπατζή, και τονε συνεπήρε. Ο δαίμονας της περιπέτειας τον άγγιξε με την πυρωμενη ουρά του και τον αναστάτωσε.
Ετσι μ’ όλη την τρυφερή αγάπη του και το σεβασμό που εί­χε στη μάνα του, την άφησε να σπαράζει από το κλάμα, και ξεπόρτιςε. Από τη μέρα εκείνη ως τη στερνή του, κρατάει η περι­πέτεια του Παναΐτ Ιστράτι. Γιατί όλη η ζωή του, και όταν αλή­τευε και όταν δοξάστηκε δεν ήταν άλλο παρά μια περιπέτεια άλλοτες πυρωμένη, άλλοτες λιγότερο πυρωμένη, καφτή πάντα.
Αλήθεια, τι περιπέτεια ασίγαστη που κράτησε χρόνια και χρόνια ως τη στερνή μέρα που έκλεισε τα μάτια του και σταύρωσε τα πολυδουλεμένα, βασανισμένα χέρια του.

Ο Νίκος Καζαντζάκης που τονε γνώρισε καλά (ζήσανε στη Ρουσία κάπου ενάμιση χρόνια, μαζί τη σεργιάνισαν, στο ίδιο σπί­τι καθόντουσαν) μας έλεγε ότι ποτές στη ζωή του δεν είδε χέρια πότερο αργασμένα, πιότερο εκφραστικά. Τα χέρια του σου ιστο­ρούσαν για τη ζωή του την ανελέητη.

Ξεπόρτιςε δώδεκα χρονών και βάλθηκε να οδεύει τη γης και να μελετά τους άνθρωπου:, να δενεται μαζί τους με φιλία, ν’ ακούει με παράφορο ενθουσιασμό τις ιστορίες τους. Περπάταγε κάτω από τον καυτό ήλιο της Αφρικής, ή με βροχή, άστεγος πολλές φορές, πεινασμένος πολλές φορές, πάντα αξεδίψαστος να βλέπει και ν’ ακούει για την ομορφιά της ζωής.
Κυνηγημένος από τους νυχτοφύλακες και τους άνθρωπους της τάξης των λογής χωρών που σεργιάνισε κι ασώτεψε τη ζωή.
Πολλές φορές μπήκε φυλακή κατηγορημένος για αλητεία ή για τις ιδέες του που καμιά φορά τις δημοσίευε στις εφημερίδες.
Κάνει όλα τα επαγγέλματα για να θρέψει το ζο – άνθρωπο και για ν’ αγοράσει βιβλία, το μεγάλο πάθος του. Μόλις οικονομούσε το φαΐ του για μερικές ήμερες, παράταγε τη δουλειά, ξάπλωνε στο κρεβάτι του – Αν είχε – η κάτω άπονα δεντρο και διάβαζε μόνος ή με το φίλο του Μιχαήλ, που κάμποσα φεγγάρια ζήσανε μαζί, δουλεύοντας ένα καλοκαίρι σε ξενοδοχείο ή αλητεύοντας στη Ρουμανία και την Αλεξάντρεια.

Διαβάζει αχόρταγα, ιδιαίτερα τους ρώσους δασκάλους και τους συγγραφείς της δύσης.

Και τι δεν έκανε για να κερδίσει τον «επιούσιον»: γκρουμ σε ξενοδοχείο, βοηθός ζαχαροπλάστη, σαλεπιτζής, γκαρσόνι σε καμπαρέ, κλειδαράς, χαλκωματάς, μηχανικός, εργάτης, χτίστης, μπογιατζής, εκφορτωτής, υπηρέτης σε σπίτια, διαφημιστής πλανόδιος, επιγραφοποιός, περιπτερούχος, δημοσιογράφος, φωτογράφος… Έμεινε στην Αίγυπτο, τη Συρία, τή Γιάφα, το Μπερούτι, τη Δαμασκό, το Λίβανο, σεργιάνισε την Ανατολή, έμεινε στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γαλλία, απένταρος τις πιότερες φορές, συχνά λαθρεπιβάτης, που τον ξετρύπωναν στο χρόνο του ταξιδιού για να τον πετάξουν έξω στο πρώτο λιμάνι που έπιανε το καράβι.
Ολα τούτα θα μας τα ιστορήσει αργότερα με τρόπο συναρπαστικό στα βιβλία του Αντριανού Ζωγράφι.

Είπα: «συναρπαστικό». Αυτή είναι η μαστοριά του. Η αφήγησή του σε μαυλίζει, σε παρασέρνει. Γιατί, όπως λέει ο Ρομαίν Ρολλάν «είναι γεννημένος παραμυθάς, παραμυθάς ανατολίτης, που μαγεύεται και συγκινείται από τις ίδιες τις δικές του ιστορίες και όσο πολύ παρασέρνεται που μια κ’ άρχισε να δηγάται, κανένας δεν ξέρει, μήτε ο ίδιος, αν θα κρατήσει μια ώρα ή χίλιες και μια νύχτες. Ο Δούναβης και οι μαίανδροι του… Αυτή η ιδιοφυία του αφηγητή είναι τόσο ακαταμάχητη που στο γράμμα που μου έγραψε την παραμονή που δοκίμασε ν’ αυτοχτονήσει, δυο φορές στά­ματα τ’ απελπισμένα παράπονά του για να δηγηθεί δυο ιστορίες χιουμοριστικές της περασμένης ζωής του».

Ο Καζαντζάκης μας έλεγε ότι δυο ανθρώπους γνώρισε στη ζωή του μ’ αυτή τη μεγάλη φλέβα του αφηγητή: τον Παναΐτ Iστράτι και τον Αλέξη Μινωτή. Ο πρώτος καλύτερος από το δεύ­τερο. Οταν ο Ιστράτι άρχιζε να δηγάται, ένιωθες τέτοια ομορφιά και χαρά που έλεγες «θέ μου, κάνε να μη σταματήσει…». Ο Ι­στράτι, πριχού επιχειρήσει να κόψει το λαιμό του, μόλις είχε βγει από τη φυλακή. Τις μέρες εκείνες δυο φορές είχε φυλακιστεί. Παρενοχλούσε τους πλούσιους άγγλους που ξεχειμώνιαζαν στη Νίκαια και το Μαντόν και που κάναν τον περίπατό τους στον περίφημο δρόμο «Προμενάντ ντεζ – αγγλαί». Την εποχή εκείνη ήταν πλανόδιος φωτογράφος. Πήγαινε λοιπόν στον κεντρικό τούτο δρόμο να φωτογραφίσει κάποιον άγ­γλο και να οικονομήσει κανένα σελίνι. Άλλα από το δρόμο εκείνο απαγορευόταν να περνούν οι πλανόδιοι και να ενοχλούν με την παρουσία τους τους λόρδους.

Βγήκε από τη φυλακή απένταρος, άρρωστος, απογοητευμένος. Κλειδώθηκε στο δωμάτιο του φτωχικού ξενοδοχείου του που το είχε απλήρωτο, έγραψε τα δύο γράμματά του, πήρε ξυριστική λεπίδα κι έκοψε το λαιμό του. Ευτυχώς για όλους εκείνους που αγαπούν την όμορφη αφήγηση, δεν κατάφερε να κόψει το λαρύγγι του, κι ύστερα από απελπισμένο αγώνα τωv γιατρών, μπόρεσε να ζήσει. Ο Ρομαίν Ρολλάν του έστειλε το εισιτήριο του και τούγραψε να τον επισκεφτεί. Πάσκισε να τον πείσει να γράψει ένα βιβλίο στα γαλλικά. Ο Ιστράτι, τρόμαξε. Πώς ήτανε δυνατό αυτός ο απαίδευτος, που δεν πάτησε σε γαλλικό σχολείο, που τα λίγα γαλλικά που γνώριζε ήταν των τριόδων, να γράψει ένα λογοτεχνικό βιβλίο στα γαλλικά;

Mα ο Ρολλάν τον καθησύχαζε: αυτός θα του διόρθωνε το βιβλίο του.

«Τον έπεισα, λέει ο Ρομαίν Ρολλάν, να γράψει μερικές από τις ιστορίες του, κι ανέλαβε να γράψει ένα έργο μεγάλης πνοής… Εί­ναι μια αναπόληση από τη ζωή του. Το έργο αυτό, όπως και η ζωή του, θα μπορούσε να είναι αφιερωμένο στη φιλία: γιατί στον άνθρωπο αυτό ή φιλία είναι πάθος ιερό. Στον ατέλειωτο δρόμο του, σταματά, θυμούμενος τα πρόσωπα που αντάμωσε, γιατί καθένας έχει το αίνιγμα της μοίρας του, και σ’ αυτή πασκίζει να χωθεί και να καταλάβει…. Μερικές ιστορίες του είναι άξιες των Ρώσων δα­σκάλων. Διαφέρουν μοναχά στο χαραχτήρα και το φως, την τόλμη του πνεύματος, την τραγική χαρά, τη χαρά του παραμυθά που λευτερώνει την πιεσμένη ψυχή…».

«Από το Γενάρη του 1921 ως το Μάη του 1922 πάσκιζε ο Ρομαίν Ρολλάν να με πείσει να γράψω, μας λέει ο ίδιος ο Ιστράτι:

«Δουλέψετε, έλεγε στον άνθρωπο που μόλις βγήκε από το νοσοκομείο της Νίκαιας. Στη δουλειά χρωστώ τη σωτηρία μου… Οταν έχεις να πεις κάτι κ’ έχεις το δώρο να το κάνεις, να το αρνη­θείς είναι έγκλημα. Η τεμπελιά είναι ντροπή…».

«Ως τα τότες, συνεχίζει ο Ιστράτι, δοκίμαζα να γράψω στα ρουμάνικα, μα στις τριάντα σαράντα σελίδες παράταγα τις λογο­τεχνικές μου προσπάθειες. Τρόμαζα τη λογοτεχνική δουλειά που δεν κύλαγε μόνη της. Εγώ φανταζόμουνα ότι oι συγγραφείς γράφανε σαν το αηδόνι που τραγουδάει. Αυτή η σκέψη με ανακούφιζε, άρμοζε με την τεμπελιά μου. Δεν αγαπώ την προσπάθεια.

«Υπάκουσα λοιπόν στο Poμαίv Ρολλάν και βάλθηκα να γρά­φω με ζήλο. Μα αρχή – αρχή η άγνοια της γλώσσας μ’ έκανε να πληρώσω ακριβά τη χαρά του γραψίματος. Το στήθος μου τόνιωθα σαν καμίνι γιομάτο από λιωμένα μέταλλα που ζήταγαν να βγουν, μα που δεν έβρισκαν έτοιμα τα καλούπια να τα δεχτούν. Κάθε λεφτό σταμάταγα την καφτή ύλη για να μπορέσω να δω αν η λέξη ζήταγε δυο λ ή ε ή δυο π ή ήταν αρσενικού γένους ή θηλυκού. Δεν ξέρω πως κατάφερα να μην τρελαθώ την εποχή ε­κείνη Και τί όμορφο χρυσάφι χύθηκε κατά γης!

«Με τον ίδιο τρόπο έγραψα όλα τα βιβλία μου και την αλ­ληλογραφία μου. Υπήρξε ποτές ένας άλλος τόσο κακομοιριασμένος συγγραφέας του τύπου του δικού μου;»

Εκείνος ο συμπατριώτης του, ο παπουτσής Γιώργης Ιονέσκο, όταν ο Ιστράτι του μετάφερε τις προσπάθειες του Ρομαίν Ρολλάν να τον πείσει να γράψει, φρόντισε να του εξασφαλίσει στέγη και τροφή.

Γι’ αυτούς τους δυο θα γράψει παραπίσω:

«Πώς μπορείς να τελέψεις τις στερνές μέρες της ζωής σου μες σ’ ένα παλάτι, σύζυγος μιας πάμπλουτης αμερικάνας, όταν εσύ έβανες στόχο ένα Ρομαίν Ρολλάν κ’ ένα Γιώργη Ιονέσκο, και που η ζωή πλούσια σε θάματα, στους έδωσε και τον ένα και τον άλ­λο… Γιατί ο κόσμος μπορεί να ζήσει χωρίς δρόμους, χωρίς ηλεχτρικό, κι ακόμη χωρίς σωματική υγιεινή, μα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ψυχή καθάρια…».

Ετσι στα 1924, στα σαράντα του πια χρόνια, δημοσιεύτηκε το πρώτο βιβλίο του με τίτλο «Κύρα Κυραλίνα».

«Για τους ήρωες των έργων μου, γράφει ο Ιστράτι, είχα μια φλογέρα και όχι ένα κοντυλοφόρο κατά πού κάνουν οι συγγραφείς του καιρού μας, που γράφουν όχι από πάθος, παρά για να κερδί­σουν τον άρτον τον επιούσιον… Εγώ την κλίση μου την έκανα θρησκεία…»

Τι ξάφνιασμα και τι επιτυχία είχε εκέινο το πρώτο βιβλίο του «Κύρα Κυραλίνα». Μεταφράστηκε μέσα στον ίδιο χρόνο σε δεκαοχτώ γλώσσες. Κι από τη μια στην άλλη μέρα ο πεινασμένος και άγνωστος αλήτης Παναΐτ Ιστράτι, έγινε μια από τις με­γαλύτερες συγγραφικές δόξες της Γαλλίας και της Ευρώπης.

«Ό μεγαλύτερος παραμυθάς της Ευρώπης… Ο Γκόρκυ των Βαλκανίων… Ο όμηρος παραμυθάς… που παραμερίζοντας τόσους και τόσους άλλους συγγραφείς, μπήκε μονομιάς, ορμητικά, κι έγινε εξέχουσα μορφή της λογοτεχνίας της εποχής του… Την ψυχή του λαμπαδιάζει η φλόγα του πάθους και της φιλίας…». Αυτά είναι μερικές από τις κρίσεις των πιο γνωστών κριτικών της Γαλλίας και τις Ευρώπης. Όλοι τρίβουν τα μάτια τους μπρος σε τούτη την ομορφιά που τους χάριζε ξαφνικά αυτός ο χτικιασμιένος αλή­της, που ως χτες ούτε που γνώριζαν την ύπαρξή του.

Τ’ ένα βιβλίο ακολούθησε το άλλο. Συνολικά νομίζω δεκαεννιά. Τόσα πρόλαβε να γράψει, γιατί από τη μια κάμποσα φεγγάρια, τον συνεπήρε ο οίστρος της πολιτικολογίας και απολογίας, που τον ξεστράτισαν από το σωστό δρόμο, και πήγε να του μαράνει τα δώρα που η φύση τόσο πλούσια του χάρισε. Από την άλλη τον είχε πια ροκανίσει η φυματίωση. Και τα δυο πνευμόνια είχανε πια φαγωθεί από την ασθένεια. Μια μικρή σπίθα κρατούσε ακόμα στη ζωή τον ορμητικό τούτο άνθρωπο που στάθηκε με ψυχή ορθή ως το τέλος, μαχητής ως τη στερνή ανασαιμιά του.

Τα στερνά χρόνια του πέρασε στο μοναστήρι Νεάμζς, απάνω ­στα Καρπάθια, στα βουνά της Μολδαβίας. Εκεί έγραψε τα τρία-τέσσερα στερνά βιβλία του: «Το σπίτι Θούριγκερ», «Γραφείο ερ­γασίας», «Μεσόγειος»… Οι τελευταίες σπίθες από τη φλογερή ψυχή του Παναΐτάκη, όπως του άρεσε να τον ονομάζουν στα ελλη­νικά.

«Δεν έχω πια για ν’ ανασάνω παρά μόνο τις βάσεις των πνεμόνων μου. Εδώ και τέσσερις μήνες περνώ τα τρία τέταρτα του καιρού μου στο κρεβάτι. Δεν μπορώ να περπατήσω εκατό βήματα, ούτε να μιλήσω πέντε λεφτά χωρίς να μου κοπεί η ανάσα. Και το κορμί λαμπαδιασμένο από τον πυρετό δε ζυγιάζει παρά πενήντα μόνο κιλά.

Η φυματίωση που τη γνώριζα από χρόνια, ποτές άλλοτες δε μ’ έφερε σ’ αύτη την κατάσταση…».

Αλλά πόσο κέφι, πόσο λεπτή αγάπη, φιλία για τον άνθρωπο, τρυφεράδα και ποίηση μέσα σε τούτες τις σελίδες των περιπλα­νήσεων της νεανικής ζωής του… Στο «Σπίτι Θούριγκερ» τά φτιά­χνει με την υπηρέτρια – υπηρέτης κι αυτός – μια δεκαοχτάρα όμορφη Ουγγαρέζα, που μια βραδιά τον μπάζει στο δωμάτιο της και τον πλαγιάζει στο κρεβάτι της.

Είναι η πρώτη ερωτική πείρα του. Τι ξάφνιασμα ευχάρι­στο! Τι χαρά! Και το πρωί, πριχού ακόμη φέξει – ή ώρα πέντε – το ξυπνητήρι έχει βαλθεί για τις πεντέμισι – σηκώνεται σιγά – σιγά από το κρεβάτι αφήνοντας τη ζεστή, γυμνή Ουγγαρέζα, κουρασμένη από το νυχτερινό πάλεμα, να κοιμάται τον ύπνο του ευχαριστημένου ζώου. Πιάνει το ξυπνητήρι και το βάνει να χτυ­πήσει μια ώρα αργότερα. Σκύβει απάνω στο σκληροπετσιασμένο από τις δουλειές χέρι της υπηρέτριας και το φιλά με ευγνωμοσύνη. Υστερα στρώνεται στη δουλειά, που η κοπέλα ήταν υποχρεωμένη να κάνει: σκουπίζει και σφουγγαρίζει όλο το σπίτι, ετοιμάζει το δίσκο με τον καφέ και το γάλα, τα φρέσκα ψωμάκια, το βούτυρο και τη μαρμελάδα, και τα πηγαίνει στο δωμάτιο της ερωμένης του… Μια άλλη ωραία γυναίκα, μια εικοσάρα φοιτήτρια, θα βρεθεί να πάει να ζήσει μαζί του απάνω στά Καρπάθια, μέσα στο μοναστήρι, στερνή περιπέτεια του αξεδίψαστου για τη ζωή Ιστράτι. Θα ζήσει μαζί του τα λίγα χρόνια που του μένουν, και θα του κλείσει για πάντα τα μάτια. Τα μάτια τα γιομάτα φως και φιλία για τον άνθρωπο και τη μοίρα του. Τον άνθρωπο που το αίστημα της δικαιοσύνης τόνιωθε πάντα χρέος του πρωταρχικά για τους ταπεινούς και πονεμένους όλου του κόσμου.

Ετσι περίπου έζησε και πέθανε ο Παναΐτ Ιστράτι, ο ασυμ­βίβαστος μπρος στην αδικία. Πικραμένος κ’ ευτυχισμένος, ταπει­νός κ’ ένδοξος μα πάντα Ανθρωπος – με κεφαλαίο – που για τον άνθρωπο ένιωθε απέραντη κατανόηση και φιλία, αγάπη και τρυφεράδα. Και συμπόνια.

Προτού κλείσω το μικρό τούτο βιογραφικό σημείωμά μου για τον άνθρωπο και συγγραφέα Παναΐτ Ιστράτι, που έθελξε τα νεανικά χρόνια μου, που τον Αγάπησα πάντα, ακόμη και όταν είχε άδικο, θέλω να θυμήσω στον αναγνώστη του τι είχε γράψει, τη μέρα του θανάτου του, ο δικόςμας έξοχος πεζογράφος, Στρατής Μυριβήλης:

«Ο Ιστράτι είχι το χάρισμα, το πρώτο χάρισμα του γνήσιου συγγραφέα, να παρασύρει τον αναγνώστη. Ηλθε στη γαλλική λογοτεχνία σε μιαν εποχή που η κατάχρηση της ψυχολογικής ανάλυσης είχε νερουλιάσει το ρομάντσο. ΟΙ Ιστράτι εισέβαλε ορμητικά κομίζοντας τα φλογερά δώρα της Ανατολής. Τη λιβεντια της Ρουμάνικης κλεφτουριάς, τη ζεστή καρδιά, τη συναρπαστική αφήγηση.
Το ταλέντο του είανι σημαδεμένο από την πρωτόγονη και παρθένο ρώμη της λαϊκής του βαλκανικής ψυχής… Μέσα από το έργο του ακούγονται κραυγές ισχυρές που κάμνουν την καρδιά να τρέμει και ν’ αγωνιά. Θα την κάμνουν πάντα να τρέμει και ν’ αγωνιά όσο υπάρχει και μια καρδιά άξια να δεχτή τις πολύτιμες φωνές».

Νιώθω χαρά Ιδιαίτερη που δίνω στα ελληνικά το βιβλίο τού­το του Παναΐτ Ιστράτι, του συγγραφέα που πολύ αγάπησα. Νιώ­θω χαρά γιατί τον ξαναστήνω ζωντανό μπρος στην αδύνατη μνή­μη των ανθρώπων…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΛΗΣ

Πηγή: atexnos.gr

Πηγή – περισσότερα: https://www.alfavita.gr/arthron/panait-istrati-o-gkorki-ton-valkanion

Advertisements
 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: